ἐπιβρύουσαν

ἐπιβρύ̱ουσαν , ἐπιβρύω
burst over
pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιβρύω — ἐπιβρύω (Α) 1. (για νερό) ξεσπάω, αναβρύζω με αφθονία 2. αναδίδω με αφθονία («κάμηλον σκώληξιν ἐπιβρύουσαν») 3. (για άνθη) έχω πλούσια ανθοφορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βρύω «είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.